ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ 28/01/2026

Σήμερα, στην ημέρα μνήμης του Ολοκαυτώματος, στεκόμαστε εδώ όχι μόνο ως πολιτικοί, αλλά και ως πολίτες.
Το Ολοκαύτωμα παραμένει το μεγαλύτερο, οργανωμένο κεντρικά από μια πολιτεία, έγκλημα στην ιστορία της ανθρωπότητας, ντροπή και όνειδος για τον σύγχρονο πολιτισμό.
Ένα έγκλημα που πρέπει να βαραίνει συνεχώς την συνείδηση μας.
Είναι η απόδειξη του πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος όταν ο φανατισμός και το μίσος για τον συνάνθρωπο περιβάλλονται με τον μανδύα της ιδεολογίας.
Έξι εκατομμύρια Εβραίοι εξοντώθηκαν.
Άνθρωποι με όνομα, οικογένεια, φίλους.
Το έγκλημα αυτό διαπράχθηκε στην καρδιά μιας Ευρώπης, που καυχιόταν για την πρόοδό της μέσα στον 20ο αιώνα.
Το Ολοκαύτωμα μας αφορά όλους. Ως μνήμη. Και ως προειδοποίηση.
Σήμερα, ο αντισημιτισμός δεν εμφανίζεται πάντα με τη μορφή που είχε στο παρελθόν.
Συχνά μεταμφιέζεται.
Κυκλοφορεί ως θεωρία συνωμοσίας, ως ανέκδοτα, ως παραπληροφόρηση, ως ρητορική μίσους στα κοινωνικά δίκτυα.
Γι’ αυτό και η επαγρύπνηση αποτελεί διαρκή μας υποχρέωση.
Οι Έλληνες δεν δείχνουμε καμία ανοχή στον αντισημιτισμό, στον ρατσισμό, στη μισαλλοδοξία.
Παράλληλα, η Πολιτεία οφείλει και το πράττει μάλιστα, να διαφυλάσσει τη μνήμη. Να προστατεύει έτσι τις νέες γενιές.
Γιατί η ιστορική γνώση θωρακίζει απέναντι στον μισανθρωπισμό και αποτρέπει από την επανάληψη των ίδιων λαθών.
Για εμάς τους Έλληνες, και ιδίως τους Θεσσαλονικείς, το Ολοκαύτωμα δεν είναι μια μακρινή αφήγηση.
Είναι μια βαθιά πληγή στην ιστορία μας.
Για αιώνες, ιδιαίτερα, η Θεσσαλονίκη υπήρξε μια ζωντανή, πολυφωνική πολιτεία, όπου το εβραϊκό στοιχείο δεν ήταν μία μειονότητα στο περιθώριο, αλλά οργανικό κομμάτι της ταυτότητάς της.
Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης έζησαν, εργάστηκαν, δημιούργησαν.
Συνδιαμόρφωσαν την οικονομία, τον πολιτισμό, τον κοινωνικό της ιστό.
Και όμως, μέσα σε λίγους μήνες, αυτός ο κόσμος αφανίστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά.
Περίπου πενήντα χιλιάδες Έλληνες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης εκτοπίστηκαν.
Η Θεσσαλονίκη ακρωτηριάστηκε. Άλλη θα ήταν η πορεία της ως σήμερα.
Οι περισσότεροι από τους συμπολίτες μου δεν επέστρεψαν ποτέ.
Οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης, όπου η ανθρώπινη αξία μετριόταν σε αριθμούς και στάχτη.
Και πολλοί από όσους επέστρεψαν, γύρισαν σε μια πόλη αγνώριστη.
Σε σπίτια κατειλημμένα, σε περιουσίες χαμένες.
Κι όμως, σχεδόν όλοι επέλεξαν να μείνουν στη Θεσσαλονίκη.
Να ξαναφτιάξουν σπίτια, να ξαναγεννήσουν ελπίδα, να αφηγηθούν τα βιώματά τους στα εγγόνια τους για να μείνει η κτηνωδία στη μνήμη όλων.
Ιδιαίτερα, λοιπόν, στη Θεσσαλονίκη, η μνήμη είναι χαραγμένη στον χώρο.
Και το υπό δημιουργία Μουσείο Ολοκαυτώματος αποτελεί όχι μόνο φόρο τιμής στους νεκρούς, αλλά και ζωντανό εργαλείο παιδείας και δημοκρατικής αυτογνωσίας.
Η φράση «ποτέ ξανά» δεν αρκεί να επαναλαμβάνεται.
Πρέπει να νοηματοδοτείται καθημερινά.
Με πολιτικές επιλογές που μειώνουν τις κοινωνικές ανισότητες, με λόγο υπεύθυνο και κοινωνικά ευαίσθητο από όλους μας, ιδιαίτερα τους πολιτικούς.
Γιατί η μνήμη, όταν δεν συνοδεύεται από ανάλογες πράξεις, κινδυνεύει να παραμείνει μια τυπική αναφορά.
Οφείλουμε στους Έλληνες Εβραίους, σε όσους χάθηκαν και σε όσους επέζησαν, να κρατήσουμε ζωντανή την αλήθεια.
Όχι από ενοχή, αλλά από σεβασμό.
Όχι από υποχρέωση, αλλά από αγάπη στον άνθρωπο.
Η σιγή μας σήμερα, ως φόρος τιμής, πρέπει να γίνει κραυγή που να φωτίζει το μέλλον.
Αιωνία η μνήμη στους νεκρούς, τιμή και δύναμη στους επιζώντες, σεβασμός στην ελληνική εβραϊκή κοινότητα.