Home / Άρθρα / Βιώσιμη Κινητικότητα στη Θεσσαλονίκη – ΚΤΙΡΙΟTHESS
Βιώσιμη Κινητικότητα στη Θεσσαλονίκη – ΚΤΙΡΙΟTHESS
Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή της πορείας της. Πρόκειται για μια πόλη με ισχυρή ιστορική ταυτότητα και μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης.
Την ίδια στιγμή, όπως όλες οι σύγχρονες ευρωπαϊκές πόλεις, αντιμετωπίζει προκλήσεις που σχετίζονται με την αστική κινητικότητα, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, τη διαχείριση δεδομένων και την αξιοποίηση της τεχνολογικής καινοτομίας.
Στον 21ο αιώνα, η ποιότητα ζωής στις πόλεις συνδέεται άμεσα με την ικανότητα αξιοποίησης της επιστήμης, της τεχνολογίας και της γνώσης για την επίλυση καθημερινών προβλημάτων.
Ως Πρόεδρος της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Έρευνας και Τεχνολογίας της Βουλής των Ελλήνων, πιστεύω βαθιά ότι η δημόσια πολιτική πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη γνώση, επιστημονικά δεδομένα και υπεύθυνη αξιολόγηση των τεχνολογικών εξελίξεων.
Στο πλαίσιο αυτής της επιτροπής, το 2026, η Ελλάδα αναλαμβάνει την προεδρία της European Parliamentary Technology Assessment (EPTA).
Η EPTA αποτελεί ένα δίκτυο κοινοβουλευτικών γραφείων αξιολόγησης τεχνολογίας σε όλη την Ευρώπη, το οποίο παρέχει ανεξάρτητη έρευνα και ανάλυση προκειμένου οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να κατανοούν καλύτερα τις κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επιστήμης και της τεχνολογίας.
Η EPTA συμβουλεύει τα κοινοβούλια σε κρίσιμα ζητήματα όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η βιοτεχνολογία, η κλιματική αλλαγή και οι τεχνολογίες μεταφορών, συμβάλλοντας στην ενίσχυση του δημοκρατικού ελέγχου της τεχνολογικής καινοτομίας και στη βελτίωση της κοινοβουλευτικής λήψης αποφάσεων.
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό που η Ελλάδα θα φιλοξενήσει το 2026 τη συνεδρίαση της EPTA με θέμα σχετικά με τη βιώσιμη κινητικότητα.
Πρόκειται για μια σημαντική ευκαιρία για τη χώρα μας να συμβάλει ουσιαστικά στον ευρωπαϊκό διάλογο για τον μετασχηματισμό και των συστημάτων μεταφορών, ώστε να γίνουν πιο πράσινα, πιο έξυπνα και πιο συμπεριληπτικά.
Η πρώτη από τις δύο συνεδριάσεις της EPTA το 2026 θα πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη τον Απρίλιο και η δεύτερη στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο.
Η επιλογή της Θεσσαλονίκης για την πρώτη συνάντηση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η πόλη διαθέτει ισχυρό ακαδημαϊκό και ερευνητικό οικοσύστημα, με πανεπιστήμια, ερευνητικά ινστιτούτα, μεγάλες πολυεθνικές και αναπτυσσόμενες τεχνολογικές επιχειρήσεις που μπορούν να συμβάλουν ενεργά στον ευρωπαϊκό διάλογο για το μέλλον της κινητικότητας.
Η βιώσιμη κινητικότητα αποτελεί σήμερα μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τις ευρωπαϊκές πόλεις.
Η μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, η βελτίωση της ποιότητας του αέρα, η αποσυμφόρηση της κυκλοφορίας και η ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών αποτελούν βασικούς στόχους της ευρωπαϊκής πολιτικής για την πράσινη μετάβαση.
Η Ελλάδα έχει ήδη κάνει σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση.
Ο εκσυγχρονισμός των μεταφορικών υποδομών, η προώθηση της ηλεκτροκίνησης και η ευθυγράμμιση των εθνικών πολιτικών με τους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας αποτελούν σημαντικές πρωτοβουλίες που διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο για τις μεταφορές και την κινητικότητα.
Ωστόσο, η πραγματική πρόοδος προϋποθέτει την αξιοποίηση των δεδομένων και των ψηφιακών τεχνολογιών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Σήμερα, οι σύγχρονες πόλεις έχουν τη δυνατότητα να συλλέγουν μεγάλα σύνολα δεδομένων (Big Data) μέσω αισθητήρων που καταγράφουν την κυκλοφορία, τις μετακινήσεις πολιτών, την κατανάλωση ενέργειας και τις εκπομπές ρύπων.
Στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, τέτοιες τεχνολογίες μπορούν να αξιοποιηθούν μέσω πλατφορμών ανάλυσης δεδομένων, επιτρέποντας στους δήμους να κατανοούν καλύτερα τα μοτίβα μετακίνησης των πολιτών και να σχεδιάζουν πιο αποτελεσματικές πολιτικές βιώσιμης κινητικότητας.
Παράλληλα, η δημιουργία Open Data Portals επιτρέπει τη διάθεση ανωνυμοποιημένων δεδομένων σε πανεπιστήμια, επιχειρήσεις και ερευνητικούς οργανισμούς, ενισχύοντας την καινοτομία και τη συνεργασία, πάντα με σεβασμό στο ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας προσωπικών δεδομένων (GDPR).
Η ανταλλαγή δεδομένων κινητικότητας μέσω ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών, όπως τα Mobility Data Spaces, μπορεί να βοηθήσει την τοπική αυτοδιοίκηση να βελτιστοποιήσει τις αστικές υποδομές, να σχεδιάσει έξυπνα συστήματα στάθμευσης, να βελτιώσει τον φωτισμό των δρόμων και να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα την κυκλοφορία.
Εξίσου σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν τα λεγόμενα Living Labs, δηλαδή τα ζωντανά εργαστήρια καινοτομίας.
Πρόκειται για ανοιχτά οικοσυστήματα συνεργασίας στα οποία πολίτες, ερευνητές, επιχειρήσεις και δημόσιοι φορείς συνδιαμορφώνουν και δοκιμάζουν νέες τεχνολογικές λύσεις σε πραγματικές συνθήκες.
Η Θεσσαλονίκη διαθέτει ήδη ένα από τα σημαντικότερα τέτοια οικοσυστήματα, το Thessaloniki Smart Mobility Living Lab, το οποίο λειτουργεί ως πλατφόρμα ανάπτυξης και δοκιμής λύσεων για τη βιώσιμη κινητικότητα.
Μέσα από τέτοιες πρωτοβουλίες μπορούν να δοκιμαστούν τεχνολογίες όπως έξυπνα συστήματα μεταφορών, εφαρμογές κινητικότητας, αλλά και νέες μορφές logistics για τη διανομή αγαθών.
Παράλληλα, νέες τεχνολογίες όπως τα drones μπορούν να συμβάλουν στην παρακολούθηση της κυκλοφορίας, στην υποστήριξη των υπηρεσιών logistics τελευταίου χιλιομέτρου και στη βελτίωση της αστικής διαχείρισης.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ανάπτυξη των Smart Cities αποτελεί βασική προτεραιότητα.
Στην Ελλάδα, δεκάδες δήμοι συμμετέχουν ήδη σε προγράμματα ψηφιακού μετασχηματισμού, αξιοποιώντας τεχνολογίες όπως αισθητήρες, έξυπνα συστήματα στάθμευσης και πλατφόρμες διαχείρισης δεδομένων.
Πόλεις όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, τα Τρίκαλα, η Καλαμάτα, τα Ιωάννινα και η Κοζάνη συμμετέχουν σε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη έξυπνων και κλιματικά ουδέτερων πόλεων έως το 2030.
Παράλληλα, η ανάπτυξη υπηρεσιών Mobility as a Service (MaaS) επιτρέπει στους πολίτες να οργανώνουν πολυτροπικά ταξίδια, συνδυάζοντας δημόσιες συγκοινωνίες, ποδήλατα, ηλεκτρικά πατίνια και άλλες μορφές διαμοιρασμένης κινητικότητας.
Το επόμενο βήμα για τις σύγχρονες πόλεις είναι η μετάβαση από τις «smart cities» στις λεγόμενες cognitive cities, πόλεις, δηλαδή, που μπορούν να αξιοποιούν τα δεδομένα για να προβλέπουν ανάγκες των πολιτών και να προσαρμόζουν τις υπηρεσίες τους σε πραγματικό χρόνο.
Σε αυτή τη διαδικασία, η νομοθεσία και η δημόσια πολιτική πρέπει να διασφαλίζουν την ισορροπία ανάμεσα στην προστασία της ιδιωτικότητας και στην προώθηση της καινοτομίας.
Οι συνεργασίες μεταξύ δήμων, επιχειρήσεων και ερευνητικών ιδρυμάτων είναι κρίσιμες για την ανάπτυξη λύσεων που θα υπηρετούν πραγματικά τις ανάγκες των πολιτών.
Παραδείγματα από άλλες ευρωπαϊκές πόλεις δείχνουν τον δρόμο.
Ο Δήμος Antony στο Παρίσι, για παράδειγμα, έχει αναπτύξει ολοκληρωμένες υπηρεσίες smart city, δημιουργώντας ειδική υπηρεσία για τον συντονισμό των ψηφιακών καινοτομιών του δήμου, διοργανώνοντας τακτικά εκδηλώσεις τεχνολογίας και προωθώντας συμμετοχικούς προϋπολογισμούς στους οποίους οι πολίτες προτείνουν ψηφιακές λύσεις για την πόλη τους.
Παράλληλα, η αξιοποίηση αισθητήρων για την παρακολούθηση της ποιότητας του αέρα, της γύρης ή ακόμη και υγειονομικών κινδύνων επιτρέπει στους πολίτες να ενημερώνονται σε πραγματικό χρόνο και βοηθά τις δημοτικές αρχές να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας.
Τελικά, η επιτυχία της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης των πόλεων δεν εξαρτάται μόνο από την τεχνολογία.
Εξαρτάται κυρίως από τη συνεργασία των θεσμών, την ενεργή συμμετοχή των πολιτών και τη δημιουργία μιας κοινής στρατηγικής για το μέλλον.
Η Θεσσαλονίκη διαθέτει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να πρωταγωνιστήσει σε αυτή τη μετάβαση.
Έχει ισχυρή επιστημονική κοινότητα, δυναμικούς νέους ανθρώπους, αναπτυσσόμενο οικοσύστημα καινοτομίας και σημαντικές υποδομές.
Η διοργάνωση της συνεδρίασης της EPTA στην πόλη μας αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία να αναδείξουμε τον ρόλο της Θεσσαλονίκης στον ευρωπαϊκό διάλογο για την τεχνολογία, την καινοτομία και τη βιώσιμη κινητικότητα.
Με όραμα, συνεργασία και αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης μπορούμε να δημιουργήσουμε πόλεις πιο βιώσιμες, πιο έξυπνες και πιο ανθρώπινες.
Η Θεσσαλονίκη μπορεί και πρέπει να είναι μια τέτοια πόλη.